αδειάζω


αδειάζω
(Μ ἀδειάζω)
έχω ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου, ευκαιρώ
νεοελλ.
1. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι, εκκενώνω
2. αδειάζω από το περιεχόμενό μου, εκκενώνομαι
3. ερημώνομαι
4. αφαιρώ το περιεχόμενο από κάτι μεταφέροντάς το αλλού
5. φρ. «άδειασέ μας τη γωνιά (ή τον τόπο)», φύγε από εδώ γρήγορα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄδεια (Ι).
ΠΑΡ. νεοελλ. άδειασμα, αδειαστής, αδειαστικός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αδειάζω — αδειάζω, άδειασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αδειάζω — άδειασα, αδειάστηκα, αδειασμένος 1. μτβ., κενώνω, χύνω: Άδειασαν το σπίτι για να το ασπρίσουν. – Άδειασε το βαρέλι, γιατί γέμισε. 2. αμτβ., κενώνομαι, ερημώνομαι: Χτες το βράδυ άδειασαν οι δρόμοι. 3. ευκαιρώ: Δεν αδειάζω να ρθω να σε δω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδειάζω — [ааьяэо] р. освобождать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ξεγεμίζω — αδειάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + γεμίζω] …   Dictionary of Greek

  • παρακενώ — όω, Α 1. αδειάζω κάτι από τα πλάγια, αδειάζω λίγο λίγο 2. μτφ. αποκαλύπτω, προδίδω κάποιον («φοβοῡμαι μήποτε παρακενώσῃς με τοῑς Χριστιανοῑς καὶ καύσωσί με», Διδασκ. Ιακ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + κενῶ «αδειάζω» (< κενός)] …   Dictionary of Greek

  • αλαπάζω — ἀλαπάζω (Α) 1. αδειάζω, εξαντλώ 2. καταβάλλω, κατανικώ 3. εκπορθώ, λεηλατώ 4. (για πρόσωπα) εξουδετερώνω, φονεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Η χρήση τύπων με ή χωρίς το ἀ δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την αρχική μορφή τής λέξης, κατά πόσον δηλ. το αρκτικό ἀ είναι …   Dictionary of Greek

  • εκκενώνω — (AM ἐκκενῶ, όω Α και ἐκκεινῶ, όω) αδειάζω, εγκαταλείπω («εκκενώθη η αίθουσα, η δεξαμενή») νεοελλ. 1. (για στρατεύματα) αποχωρώ, αποσύρομαι («διατάχθηκαν να εκκενώσουν την Ήπειρο») 2. φρ. «εκκενώνω όπλο» α) πυροβολώ β) αφαιρώ τή γόμωσή του αρχ. 1 …   Dictionary of Greek

  • ευκαιραίνω — (Μ εὐκαιραίνω) [εύκαιρος] εγκαταλείπω κάποιον τόπο αναχωρώντας, αδειάζω νεοελλ. 1. (γ πρόσ.) εὐκαιραίνει υπάρχει έλλειψη, λείπει κάτι 2. μέσ. ευκαιραίνομαι μένω άδειος, αδειάζω μσν. (για σπαθί) βγάζω από τη θήκη …   Dictionary of Greek

  • κανάσσω — (Α) [καναχή] καταπίνω με θόρυβο, αδειάζω στον λάρυγγα ποτήρι με κρασί κάνοντας θόρυβο, αδειάζω …   Dictionary of Greek

  • μετακενώνω — (ΑM μετακενῶ, όω) αδειάζω υγρό από ένα δοχείο σε άλλο, μεταγγίζω νεοελλ. μεταδίδω σε άλλο τόπο ή σε άλλα πρόσωπα ιδέες, μεθόδους, επιστήμες κ.λπ. μσν. αρχ. μτφ. διοχετεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + κενῶ «αδειάζω» (< κενός)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.